Μιουτσία Πράντα Η βασίλισσα του Στυλ
Πώς η νεαρή κληρονόμος μιας οικογενειακής επιχείρησης κατόρθωσε μέσα σε λίγα χρόνια να εξελιχθεί σε πραγματικό φαινόμενο;
Παρασκευή, 10 Ιουνίου 1977. Μια ημέρα συνηθισμένη. Για τη βιομηχανία της μόδας, εν τούτοις, η ημέρα εκείνη υπήρξε καθοριστικής σημασίας καθώς σημαδεύτηκε από την πρώτη συνάντηση δύο ανθρώπων η μελλοντική ένωση των οποίων θα δημιουργούσε τα επόμενα χρόνια ένα νέο αισθητικό φαινόμενο…
Ήταν λίγο πριν από τις 11 το πρωί όταν νεαρή γυναίκα, ντυμένη με μπεζ μεταξωτό πουκάμισο, φούστα του Υβ Σεν Λοράν και ξύλινα πέδιλα έβγαινε από το οικογενειακό κατάστημα στο Μιλάνο προκειμένου να επισκεφθεί το Διεθνές Σαλόνι Δερματίνων Ειδών που φιλοξενούσε η πόλη της. Της είχαν πει ότι σε ένα από τα περίπτερα κάποιος πουλούσε τσάντες παρόμοιες με αυτές που κοσμούσαν τη βιτρίνα του καταστήματός τους. Δεν άργησε να τον βρει. Βυθισμένη στις σκέψεις της ίσα που άκουσε μια φωνή να τη ρωτά:«Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;». Γύρισε και είδε έναν ψηλό νεαρό με μαύρα μαλλιά, μπλε σακάκι και λευκό πουκάμισο. Στην αρχή δεν τον συμπάθησε: τον βρήκε αλαζόνα και ειρωνικό. Όπως φάνηκε, πάντως, η εντύπωση ήταν αμοιβαία…
Η αλήθεια είναι ότι η 29χρονη τότε Μιούτσια Πράντα και ο 31χρονοςΠατρίτσιο Μπερτέλι ήταν δύο άνθρωποι διαφορετικοί: σοφιστικέ, ιδεολογικά τοποθετημένη στην Αριστερά και με παρελθόν στο γυναικείο κίνημα εκείνη, ήταν παράλληλα η νεαρή κληρονόμος καταστήματος δερματίνων ειδών που προμήθευε την καλή κοινωνία του Μιλάνου, και όχι μόνο αυτή. Τραχύς, προερχόμενος από οικογένεια δικηγόρων εκείνος, στα 17 του μόλις χρόνια είχε ήδη ιδρύσει τη δική του επιχείρηση δερματίνων ειδών και ανυπομονούσε να θέσει σε εφαρμογή τις «προχωρημένες» ιδέες του. Ωστόσο, άλλη μια φορά, ο νόμος που θέλει τα ετερώνυμα να έλκονται λειτούργησε: οι δυο τους έγιναν σύντομα ζευγάρι, εκείνος μπήκε στην εταιρεία αναλαμβάνοντας το επιχειρηματικό κομμάτι, εκείνη τον εμπιστεύτηκε, εξασφαλίζοντας στον εαυτό της περισσότερο χρόνο να ασχοληθεί με τη δημιουργική πλευρά. Τα επόμενα χρόνια δημιούργησαν από κοινού ένα ολόκληρο σύμπαν στο πλαίσιο του οποίου διασταυρώθηκαν, παράλληλα, επιτυχημένοι επιχειρηματίες, πολιτικοί, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, αστέρες του κινηματογράφου και του αθλητισμού.
Ωστόσο, πώς φτάσαμε να μιλάμε για ένα πραγματικό φαινόμενο; Γιατί πλέον η Πράντα δεν θεωρείται απλώς επιτυχημένη «ετικέτα» μόδας αλλά το σύμβολο εννοιολογικού ύφους, το οποίο χαράσσει τάσεις και αποτελεί έμβλημα κύρους; Απάντηση επιχειρεί να δώσει ο δημοσιογράφος Τζιαν Λουίτζι Παρακίνι στο βιβλίο του «Vita Ρrada» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Ιταλία και έγινε best seller σε χρόνο ρεκόρ. Πρόκειται για ανεπίσημη, «ζουμερή» βιογραφία της διάσημης σχεδιάστριας η οποία επ΄ ευκαιρία (και) του επικείμενου, πολύ αναμενόμενου ντεμπούτο της στον χώρο της όπερας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για το πώς αντέδρασε η ίδια διαβάζοντάς την; Όπως παραδέχθηκε, διασκέδασε πολύ…
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περνούν καρέ καρέ όλα τα στάδια μετεξέλιξης της παλαιάς, οικογενειακής επιχείρησης σε διεθνές εμπορικό σήμα: το δεύτερο κατάστημα στο Μιλάνο το 1983, η ταχεία επέκταση στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, η συνεργασία με διάσημους αρχιτέκτονες και φωτογράφους, το πάθος για την Τέχνη αλλά και τα οικονομικά «σκαμπανεβάσματα» είναι μόνο μερικά από όσα προβάλλουν ανάγλυφα σε συνδυασμό, βεβαίως, με την παράλληλη πορεία των δύο πρωταγωνιστών. Η αισθητική της Πράντα ήρθε να εκφράσει τις ανάγκες της εργαζόμενης γυναίκας και δη της κατόχου απαιτητικών θέσεων. Στο πλαίσιο αυτό ο τίτλος της γνωστής κινηματογραφικής ταινίας «Ο Διάβολος φοράει Ρrada» με τη Μέριλ Στριπ να ενσαρκώνει τη διευθύντρια-φόβητρο των υφισταμένων της είναι χαρακτηριστικός. «Είναι αλήθεια»παραδέχεται η σχεδιάστρια.«Μου αρέσει πολύ να ντύνω τους “διαβόλους”, αν έτσι ορίζεται μια προσωπικότητα με ταμπεραμέντο, διανοητικά σύνθετη, γεμάτη αντιθέσεις και εκπλήξεις. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Διάβολος με ερεθίζει περισσότερο από οποιονδήποτε άγγελο ήρεμο, αλλά προβλέψιμο».
Πηγή: www.tovima.gr



